Ενημερώσεις
ΝΕΟ ΤΜΗΜΑ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΟΣΤΙΚΗΣ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑΣ
[Απρίλιος 2010]
Η οστεοπόρωση είναι μια εξελισσόμενη πάθηση του σκελετού που οφείλεται στην προοδευτική απώλεια στου οστίτη ιστού, στη διατάραξη της αρχιτεκτονικής του, στην ελάττωση της μηχανικής αντοχής των οστών ακόμη και στις συνήθεις λειτουργίες του σκελετού και επομένως στην εμφάνιση καταγμάτων. Παρουσιάζεται κυρίως στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, όμως υπάρχουν περιπτώσεις που διαπιστώνουμε οστεοπόρωση σε νεότερα άτομα, ακόμη και παιδιά αλλά και σε άντρες. Έχει βρεθεί ότι τα κορίτσια ηλικίας 20 ετών σε ποσοστό 30% έχουν οστική πυκνότητα στα κατώτερα φυσιολογικά όρια. Το γεγονός ότι η οστεοπόρωση προσβάλλει και νέα άτομα - εκτός της ύπαρξης συγκεκριμένων νοσημάτων και κυρίως των ενδοκρινών αδένων – οφείλεται στην αδυναμία πολλών ατόμων να επιτύχουν υψηλή ή έστω φυσιολογική οστική πυκνότητα. Για την πρόσληψη της οστικής πυκνότητας είναι σημαντικό να γίνει κατανοητή η έννοια της κορυφαίας οστικής πυκνότητας, όρος με τον οποίο εννοούμε τη μέγιστη ποσότητα οστίτη ιστού που αποκτά ο σκελετός μας την περίοδο της ωρίμανσής του. Χρονικά αυτό συμβαίνει στον άντρα στην ηλικία των 30 ετών περίπου και στη γυναίκα 5-10 χρόνια νωρίτερα. Έτσι λοιπόν όσο λιγότερο οστούν καταφέρει να αποκτήσει ο αναπτυσσόμενος σκελετός τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να αναπτύξει οστεοπόρωση ειδικά μετά την εμμηνόπαυση
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) έχει διαμορφώσει τα ακόλουθα κριτήρια διάγνωσης της οστεοπόρωσης με βάση το Τ-score της μέτρησης οστικής πυκνότητας (BMD) σε οποιοδήποτε σημείο του σκελετού. Η εξέταση θεωρείται φυσιολογική αν το Τ-score είναι μεγαλύτερο του -1. Από το -1 έως το -2.5 το αποτέλεσμα της εξέτασης χαρακτηρίζεται ως οστεοπενία και από το -2,5 και κάτω είναι οστεοπόρωση.
Η ολοκληρωμένη μελέτη για την οστεοπόρωση εκτός της οστικής πυκνομετρίας, περιλαμβάνει εξετάσεις για την ομοιόσταση του ασβεστίου (Ca, P, Ca όυρων 24hr, PTH, 25(OH)-βιταμίνη D, 1,25 (OH)2 – βιταμίνη D) και ακολούθως της οστεοκλαστικής/οστεοβλαστικής δραστηριότητας με τη μέτρηση οστικών βιοχημικών δεικτών (ALP, Ηλεκτροφόρηση ALP για οστικό ισοένζυμο, Οστεοκαλσίνη, Υδροξυπρολίνη, D-πυριδολίνη, C-τελοπεπτίδιο & Ν-τελοπεπτίδιο του κολαγόνου ούρων 2hr ανηγμένα προς την αποβαλόμενη κρεατινίνη ή C- και Ν- τελοπεπτίδια ορού αίματος)
Στη BIOMEDICIN ξεκίνησε η λειτουργία του νέου τμήματος μέτρησης οστικής πυκνότητας, έτσι ώστε ο έλεγχος της οστεοπόρωσης να γίνεται πλήρης. Το τμήμα έχει εξοπλιστεί με μηχάνημα του οικου GENERAL ELECTRIC Healthcare Technologies, τύπος LUNAR, τελευταίας τεχνολογίας. H σάρωση γίνεται με μέθοδο διπλής ενεργειακής στάθμης (Dual Energy X-Ray Absorptiometry - DΕXA - pencil beam), και ελάχιστη δόση ακτινοβολίας. Γνωρίζοντας τον καθοριστικό ρόλο της σωστής λήψης στην εγκυρότητα του αποτελέσματος της εξέτασης, στην BIOMEDICIN την εκτέλεση των εξετάσεων μέτρησης οστικής πυκνότητας αναλαμβάνουν μόνο ειδεικευμένοι ιατροί ακτινολόγοι. Η BIOMEDICIN δεσμεύεται να δώσει στον κλινικό ιατρό την πληρέστερη δυνατή εικόνα του ασθενούς του με την εγκυρότητα και την αξιοπιστία που την διέπει όλα τα χρόνια της λειτουργίας της.
Είμαστε στη διάθεσή σας για κάθε διευκρίνηση.
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤO NEO IΟ ΤΗΣ ΓΡΙΠΗΣ (Η1Ν1)
[Απρίλιος 2009]
Η γρίπη είναι μια εξαιρετικά μολυσματική, οξεία ιική λοίμωξη της αναπνευστικής οδού. Πρόκειται για μεταδοτική νόσο που μεταδίδεται εύκολα μέσω σταγονιδίων αερολύματος, του βήχα και του φτερνίσματος, που περιέχουν ζωντανό ιό. Ο επιπολασμός των ιών τύπου Α είναι τυπικά μεγαλύτερος σε σχέση με των ιών τύπου Β. Οι ιοί τύπου Α σχετίζονται με τις σοβαρότερες επιδημίες γρίπης , ενώ οι λοιμώξεις τύπου Β είναι συνήθως ηπιότερες.
Ο νέος τύπος γρίπης Η1Ν1 ανήκει στην οικογένεια των ιών της γρίπης τύπου Α (Influenza A) που μολύνει πτηνά και θηλαστικά. Ο Η1Ν1 διαθέτει ένα πολύ ειδικό ΗΑ (Hemagglutinin) γονίδιο που μπορεί να χρησιμεύσει για την ταυτοποίησή του. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) και το Κέντρο Ελέγχου Λοιμώξεων των ΗΠΑ (CDC), προτείνουν ως μέθοδο αναφοράς για την ανίχνευση και ταυτοποίηση του στελέχους Η1Ν1 του ιού της γρίπης την Αντίστροφη Μεταγραφή και Αλυσιδωτή Αντίδραση Πολυμεράσης (RT-PCR). Η μέθοδος RT-PCR παρουσιάζει μεγάλη ευαισθησία (έως 10 PFU/ml) και ειδικότητα 99.8%.
Τα προτεινόμενα από το CDC δείγματα προς ανάλυση είναι: βρογχοκυψελιδικό έκκριμα (BAL), υλικά αναρρόφησης, πτύελα, ρινοφαρρυγγικές ή στοματοφαρυγγικές αναρροφήσεις ή εκπλύματα και ρινοφαρυγγικά ή στοματοφαρυγγικά επιχρίσματα ΜΟΝΟ σε στυλεό με συνθετικό άκρο (πολυεστέρα ή Dacron) και όχι βαμβακοφόρο ή ξύλινο στυλεό. Τα δείγματα διατηρούνται σε θερμοκρασία ψυγείου (2-4οC) έως 4 ημέρες ή σε βαθιά κατάψυξη (-70οC) για μεγαλύτερα διαστήματα.
Μία άλλη μέθοδος είναι η δοκιμασία ανοσοχρωματογραφίας, η οποία παρέχει ταχεία και ακριβή ανίχνευση του αντιγόνου του ιού της γρίπης Α και Β και διαφοροδιαγιγνώσκει τους δύο ιούς. Η μέθοδος αυτή σε σχέση με την RT-PCR παρουσιάζει ευαισθησία 88,6 % και ειδικότητα 97,4 %. (Συνολική συμφωνία με RT-PCR: 95,7 %).
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημανθεί ότι η μέθοδος της ανοσοχρωματογραφίας δεν υποκαθιστά τη μοριακή ταυτοποίηση του ιού (RT-PCR) αλλά με την ταχεία παροχή εργαστηριακού αποτελέσματος δίνει τη δυνατότητα στον κλινικό ιατρό με τη συνεκτίμηση της κλινικής εικόνας και του ιστορικού του ασθενούς να αποφασίσει για τη δέουσα αντιμετώπιση του περιστατικού ή την ανάγκη περαιτέρω εργαστηριακής διερεύνησης.
Στο εργαστήριό μας το αποτέλεσμα της ανοσοχρωματογραφίας δίδεται σε 30 λεπτά και της RT-PCR αυθημερόν.
Είμαστε στη διάθεσή σας για κάθε διευκρίνιση.



